μαθητούδι


μαθητούδι
[матитуди] ουσ. о. маленький школьник, новичок,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μαθητούδι" в других словарях:

  • μαθητούδι — το 1. μικρός μαθητής: Τα μαθητούδια του νηπιαγωγείου ξεφώνιζαν χαρούμενα. 2. μαθητευόμενος: Ο γλύπτης είχε ένα μαθητούδι που έκανε τις μικροεργασίες. 3. μτφ., ανίδεος, άπειρος, αρχάριος: Στον έρωτα είναι μαθητούδι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαθητούδι — το [μαθητής] 1. μικρός μαθητής 2. μαθητευόμενος 3. αδαής, άπειρος, αρχάριος …   Dictionary of Greek

  • -ούδι — υποκορ. κατάλ. τής Νέας Ελληνικής που προήλθε από την αρχ. και μσν. κατάλ. ούδι(ο)ν (πρβλ. λαγ ούδιν) από ουσ. με θέμα σε ου + υποκορ. κατάλ. (ι)διον: βοῡς > βούδιον, ὀστοῡν > οστούδιον, χνοῡς > χνούδιον, φλοῡς > φλούδιον.Παραδείγματα …   Dictionary of Greek

  • μαθητάριο — το μαθητούδι. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1782 στον Αδ. Κοραή] …   Dictionary of Greek

  • μαθηταρούδι — το μαθητούδι …   Dictionary of Greek

  • σχολειαρούδι — και σκολειαρούδι το, Ν (συν. με θωπευτική σημ.) μικρός μαθητής, μαθητούδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σχολείο / σκολειό + υποκορ. κατάλ. αρούδι (πρβλ. ξεπετ αρούδι)] …   Dictionary of Greek

  • μαθητευόμενος — η, ο αυτός που διδάσκεται μια τέχνη ή ένα επάγγελμα από κάποιον περισσότερο έμπειρο, μαθητούδι, παραγιός, τσιράκι: Όταν τον γνώρισα ήταν ακόμα μαθητευόμενος τεχνίτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)